αναζητώ


αναζητώ
αναζητώ, αναζήτησα βλ. πίν. 73 και πρβλ. αναζητάω
——————
Σημειώσεις:
αναζητώ : η κλίση κατά το θεωρώ είναι σπάνια και χαρακτηρίζει κυρίως επίσημο ύφος λόγου.
Αντίθετα, στην παθητική φωνή επικρατεί η κλίση κατά το θεωρούμαι, με σπάνια την κλίση κατά το αγαπιέμαι (βλ. πίν. 59 ), κυρίως στον παρατατικό (αναζητιόμουνα).

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναζητώ — ( έω) (Α ἀναζητῶ) (Ν και άω) 1. ερευνώ επίμονα και προσεκτικά, εξετάζω, διερευνώ 2. ζητώ, ψάχνω επίμονα νεοελλ. επιδιώκω, ποθώ, επιθυμώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + ζητώ. ΠΑΡ. αναζήτηση ( ις) νεοελλ. αναζητητής, αναζήτητος] …   Dictionary of Greek

  • αναζητώ — [ аназито] р. исследовать, (νομ.) производить розыск, следствие …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αναζητώ — ησα, ήθηκα, ημένος 1. ζητώ επίμονα, ερευνώ: Μέρες τώρα σε αναζητούσα. 2. ποθώ κάτι που είχα, νοσταλγώ: Αναζητούσε πάντα τη χαμένη πατρίδα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναζητῶ — ἀναζητέω investigate pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἀναζητέω investigate pres ind act 1st sg (attic epic doric aeolic) ἀναζητέω investigate pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἀναζητέω investigate pres ind act 1st sg (attic epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγυρεύω — αναζητώ …   Dictionary of Greek

  • γαμπρολογώ — αναζητώ γαμπρό ή νύφη, ερωτοτροπώ: Οι κοπέλες μαζεύονται στην πλατεία του χωριού και γαμπρολογούν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γυρεύω — και γυρεύγω (AM γυρεύω) [γυρός] διαγράφω κύκλο τρέχοντας μσν. νεοελλ. τριγυρίζω ψάχνοντας νεοελλ. 1. επιζητώ, αναζητώ 2. επιδιώκω κάτι 3. εξετάζω, ερευνώ 4. φροντίζω, ενδιαφέρομαι 5. φρ. α) «γυρεύω φυρί, φυρί» αναζητώ επίμονα β) «γυρεύω ψύλλους… …   Dictionary of Greek

  • ψάχνω — και διαλ. τ. ψάχω Ν 1. αναζητώ, γυρεύω κάποιον ή κάτι (α. «ψάχνω τον δάσκαλο» β. «ψάχνω το σπίτι του») 2. ερευνώ («έψαξαν όλο το σπίτι») 3. ψαχουλεύω («ψάχνω τις τσέπες μου για ψιλά») 4. μέσ. ψάχνομαι α) αναζητώ κάτι επάνω μου («μισή ώρα ψαχνόταν …   Dictionary of Greek

  • αναδιφώ — ( άω) (Α ἀναδιφῶ) νεοελλ. 1. ερευνώ προσεκτικά αρχεία ή έγγραφα 2. μελετώ, εξετάζω επισταμένως αρχ. αναζητώ ψηλαφίζοντας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + διφῶ «αναζητώ, ψάχνω». ΠΑΡ. νεοελλ. αναδίφης, αναδίφηση] …   Dictionary of Greek

  • εκζητώ — ( έω) (AM ἐκζητῶ) αναζητώ, ζητώ να βρω νεοελλ. 1. αναζητώ κάτι ασυνήθιστο για να τό χρησιμοποιήσω 2. (μτχ. παθ. παρακμ.) εξεζητημένος επιτηδευμένος, προσποιητός αρχ. μσν. επιθυμώ μσν. 1. παρακαλώ 2. επιδιώκω, γυρεύω αρχ. 1. ζητώ την απόδοση… …   Dictionary of Greek